σαπίλα

η, N
1. αποσύνθεση οργανικής ουσίας, σήψη
2. οσμή σαπισμένου πράγματος
3. μτφ. ηθική αποσύνθεση, διαφθορά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < -σάπ-ην, παθ. αορ. β' τού σήπομαι + κατάλ. -ίλα (πρβλ. κα-ήλα* / κα-ίλα: -κάη-ν)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαπίλα — η 1. δυσάρεστη οσμή που βγάζουν τα σάπια πράγματα: Οι πατάτες μυρίζουν σαπίλα. 2. αποσύνθεση, σάπισμα: Τα φρούτα τα έφαγεη σαπίλα. 3. μτφ., διαφθορά: Υπάρχει μεγάλη σαπίλα στην κοινωνία μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαπίλα — [салила] ουσ. Θ. гниль, гнилое место, гнилость …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Corruption sociale — Données clés Titre original Κοινωνική Σαπίλα (Kinoniki sapila) Réalisation Stélios Tatassópoulos Scénario Stélios Tatassópoulos Acteurs principaux …   Wikipédia en Français

  • -ίλα — (Μ ίλα) υστερομεσαιωνική και νεοελληνική κατάλ. θηλυκών ονομάτων, χαρακτηριστική αφηρημένων (πρβλ. ανατριχ ίλα, ξεφτ ίλα) κυρίως όμως ουσιαστικών που δηλώνουν δυσάρεστη οσμή (πρβλ. ξιν ίλα, ποδαρ ίλα). Η δήλωση τής δυσάρεστης οσμής οδήγησε τον Γ …   Dictionary of Greek

  • κηρ — (I) κήρ, κηρός, αιολ. τ. κάρ, ή, δωρ. πληθ. κάρες (Α) 1. ως κύριο όν. Κήρ η θεά τού θανάτου, ιδίως τού βίαιου, ή τού ολέθρου («δειναὶ δὲ κῆρες σ αἱ κυνώπιδες θεαί», Ευρ.) 2. ως προσηγ. θάνατος, ιδίως βίαιος ή, γενικά, συμφορά, καταστροφή (α.… …   Dictionary of Greek

  • σήψη — η / σῆψις, ήψεως, ΝΜΑ, και δωρ. τ. σᾱψις, Α [σήπομαι] αποσύνθεση ζωικής ή φυτικής οργανικής ουσίας, σάπισμα, σαπίλα νεοελλ. 1. (βοτ. ξυλ.) γενική ονομασία φυτονόσων που προκαλούνται από πάμπολλα είδη βακτηρίων και μυκήτων και που χαρακτηρίζονται… …   Dictionary of Greek

  • σαπρία — η, ΝΑ [σαπρός] η κατάσταση τού σαπρού, σήψη, σαπίλα νεοελλ. μτφ. ηθική αποσύνθεση, διαφθορά …   Dictionary of Greek

  • σαπρόζωος — ον, Α αυτός που ζει μέσα στη σαπίλα, στη σήψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαπρός + ζωος (< ζωή), πρβλ. μονό ζωος] …   Dictionary of Greek

  • σαπρότητα — η / σαπρότης, ητος, ΝΑ [σαπρός] η ιδιότητα ή η κατάσταση τού σαπρού, σήψη, σαπίλα νεοελλ. μτφ. ηθικός ξεπεσμός, διαφθορά, εξαχρείωση …   Dictionary of Greek

  • σηπεδών — όνος, η, ΝΜΑ (λόγ. λ.) σήψη, σαπρότητα, σαπίλα νεοελλ. παλαιότερη λόγια ονομασία γένους δίπτερων εντόμων τής οικογένειας σκιομυζίδες αρχ. 1. ονομασία φιδιού το δήγμα τού οποίου προκαλεί σήψη 2. πληθ. «αἱ σηπεδόνες» πυώδεις χυμοί. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.